διαδρομή


διαδρομή
[ диадроми] ουσ. Θ. расстояние, протяжение пути,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαδρομή" в других словарях:

  • διαδρομῇ — διαδρομή running to and fro through fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδρομή — running to and fro through fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδρομή — η (AM διαδρομή) 1. το να διατρέχει κανείς ή κάτι, ορισμένο τοπικό ή χρονικό διάστημα 2. το μεταξύ δύο σημείων τοπικό ή χρονικό διάστημα νεοελλ. 1. σύντομο ταξίδι αναψυχής με πλοίο 2. ο χρόνος που διατέθηκε γι αυτό το ταξίδι αναψυχής αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • διαδρομή — η η πορεία από ένα σημείο σε άλλο, η απόσταση μεταξύ τους: Χρειάζομαι μισή ώρα, για να καλύψω αυτή τη διαδρομή με το αυτοκίνητο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαδρομαῖς — διαδρομή running to and fro through fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδρομαί — διαδρομή running to and fro through fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδρομᾶν — διαδρομή running to and fro through fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδρομῆς — διαδρομή running to and fro through fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδρομήν — διαδρομή running to and fro through fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδρομῶν — διαδρομή running to and fro through fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)